Η χρυσόκολλα (αγγλ. chrysocolla) είναι ένυδρο πυριτικό ορυκτό του χαλκού και του αργιλίου. Το όνομά της προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «χρυσός» και «κόλλα», λόγω της ομοιότητάς της με το υλικό που ήταν, κατά την αρχαιότητα, σε χρήση για τις συγκολλήσεις χρυσού.

PropertyValue
dbpedia-owl:abstract
  • Η χρυσόκολλα (αγγλ. chrysocolla) είναι ένυδρο πυριτικό ορυκτό του χαλκού και του αργιλίου. Το όνομά της προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «χρυσός» και «κόλλα», λόγω της ομοιότητάς της με το υλικό που ήταν, κατά την αρχαιότητα, σε χρήση για τις συγκολλήσεις χρυσού. Είναι γνωστή από την αρχαιότητα (την αναφέρει ο Θεόφραστος ήδη από το 315 π.Χ.) και τη χρησιμοποιούσαν ως υλικό κατασκευής κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων, αν και εμφανίζει μειωμένη αντοχή, λόγω της χαμηλής της σκληρότητας.Αποτελεί δευτερογενές ορυκτό του χαλκού, προερχόμενο από οξείδωση πρωτογενών ορυκτών του, και συνήθως συνδέεται με άλλα δευτερογενή ορυκτά του (όπως ο μαλαχίτης και ο τενορίτης), ανευρισκόμενη σε υαλώδους υφής βοτρυοειδή συσσωματώματα ή ως πομφολυγοειδείς επιφλοιώσεις. Απαντά επίσης σε πολύ μικρούς βελονοειδείς κρυστάλλους ινώδους υφής. Συχνά συγχέεται με αλλοφανή ((Al2O3)(SiO2)1,3-2 . 2,5-3H2O, που είναι επίσης άμορφος και έχει παρόμοιο χρώμα και ίδιο τρόπο σχηματισμού.Απαντά σε πολλές περιοχές της Γης. Κυριότερες εμφανίσεις της είναι στα Ουράλια όρη (περιοχή Nizhni Tagil) της Ρωσίας, τη Σλοβακία, τη Βρετανία, το Ισραήλ, την περιοχή Κατάνγκα του Ζαΐρ, την Αυστραλία, τη Χιλή, το Μεξικό και τις Πολιτείες Αριζόνα και Γιούτα των ΗΠΑ.Στην Ελλάδα απαντάται στα μεταλλεία Λαυρίου (Ιλάριον, Χριστιάνα, Ζαν Μπατίστ, Σερπιέρη και Αδάμη Νο 2), στη Νάξο, τη Σέριφο και στη Λιβάδιστα Αλιστράτης του Νομού Σερρών.
dbpedia-owl:thumbnail
dbpedia-owl:wikiPageExternalLink
dbpedia-owl:wikiPageID
  • 139057 (xsd:integer)
dbpedia-owl:wikiPageRevisionID
  • 4722219 (xsd:integer)
dbpprop:wordnet_type
dbpprop-el:γραμμήΚόνεως
  • Λευκή
dbpprop-el:διαφάνεια
  • Αδιαφανής
dbpprop-el:διδυμία
  • Όχι
dbpprop-el:θραύση
  • Κογχώδης
dbpprop-el:κρύσταλλοι
  • Βελονοειδείς πολύ μικροί σε ακτινωτά συμπλέγματα. Κρυπτοκρυσταλλική δομή
dbpprop-el:λάμψη
  • Υαλώδης, πορσελανώδης. Ενίοτε γαιώδης
dbpprop-el:λεζάντα
  • Χρυσόκολλα, Προέλευση: Αριζόνα, ΗΠΑ.
dbpprop-el:μορ.Βάρος
  • -
dbpprop-el:πλεοχρωισμός
  • Όχι
dbpprop-el:πυκνότητα
  • 1.900000 (xsd:double)
dbpprop-el:σκληρότητα
  • 2 (xsd:integer)
dbpprop-el:σχισμός
  • Δεν παρατηρείται
dbpprop-el:σύστημαΚρυστάλλωσης
  • Ρομβικό, άμορφη
dbpprop-el:υφή
  • Συνηθέστερα βοτρυοειδής αλλά και ινώδης, γαιώδης
dbpprop-el:χημικόςΤύπος
  • 2 (xsd:integer)
dbpprop-el:χρώμα
  • Γαλάζιο, γαλαζοπράσινο, πράσινο. Καστανό έως μέλαν με προσμίξεις
dbpprop-el:όνομα
  • Χρυσόκολλα
dcterms:subject
rdf:type
rdfs:comment
  • Η χρυσόκολλα (αγγλ. chrysocolla) είναι ένυδρο πυριτικό ορυκτό του χαλκού και του αργιλίου. Το όνομά της προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «χρυσός» και «κόλλα», λόγω της ομοιότητάς της με το υλικό που ήταν, κατά την αρχαιότητα, σε χρήση για τις συγκολλήσεις χρυσού.
rdfs:label
  • Χρυσόκολλα
owl:sameAs
foaf:depiction
foaf:isPrimaryTopicOf
is owl:sameAs of
is foaf:primaryTopic of