Πικρικό οξύ είναι η συνηθισμένη ονομασία της οργανικής χημικής ενώσεως 2,4,6-τρινιτροφαινόλης (TNP), με μοριακό τύπο C6H3N3O7. Στις κανονικές συνθήκες είναι ένα υποκίτρινο κρυσταλλικό στερεό. Πρόκειται για μία από τις πλέον όξινες φαινόλες και άλλες ονομασίες του είναι καρβαζωτικό οξύ και πικρονιτρικό οξύ. Το πικρικό οξύ, όπως και άλλες ενώσεις με πολλές νιτρικές ρίζες στο μόριό τους, είναι εκρηκτική ύλη. Η κοινή του ονομασία στα ελληνικά και διεθνώς (π.χ. αγγλ. picric acid, γερμαν.

PropertyValue
dbpedia-owl:abstract
  • Πικρικό οξύ είναι η συνηθισμένη ονομασία της οργανικής χημικής ενώσεως 2,4,6-τρινιτροφαινόλης (TNP), με μοριακό τύπο C6H3N3O7. Στις κανονικές συνθήκες είναι ένα υποκίτρινο κρυσταλλικό στερεό. Πρόκειται για μία από τις πλέον όξινες φαινόλες και άλλες ονομασίες του είναι καρβαζωτικό οξύ και πικρονιτρικό οξύ. Το πικρικό οξύ, όπως και άλλες ενώσεις με πολλές νιτρικές ρίζες στο μόριό τους, είναι εκρηκτική ύλη. Η κοινή του ονομασία στα ελληνικά και διεθνώς (π.χ. αγγλ. picric acid, γερμαν. Pikrinsäure) προέρχεται από την ελληνική λέξη «πικρός» και οφείλεται στην πικρή του γεύση.Η κυριότερη χρήση του πικρικού οξέος ήταν ως εκρηκτική ύλη, μέχρι την αντικατάστασή του από άλλα έκρηκτικά. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ιατρική ως αντισηπτικό και για την περιποίηση εγκαυμάτων. Το οξύ χρησιμοποιείται και σήμερα στην αναλυτική χημεία των μετάλλων και των μεταλλευμάτων.
dbpedia-owl:thumbnail
dbpedia-owl:wikiPageExternalLink
dbpedia-owl:wikiPageID
  • 380225 (xsd:integer)
dbpedia-owl:wikiPageRevisionID
  • 4882949 (xsd:integer)
dcterms:subject
rdf:type
rdfs:comment
  • Πικρικό οξύ είναι η συνηθισμένη ονομασία της οργανικής χημικής ενώσεως 2,4,6-τρινιτροφαινόλης (TNP), με μοριακό τύπο C6H3N3O7. Στις κανονικές συνθήκες είναι ένα υποκίτρινο κρυσταλλικό στερεό. Πρόκειται για μία από τις πλέον όξινες φαινόλες και άλλες ονομασίες του είναι καρβαζωτικό οξύ και πικρονιτρικό οξύ. Το πικρικό οξύ, όπως και άλλες ενώσεις με πολλές νιτρικές ρίζες στο μόριό τους, είναι εκρηκτική ύλη. Η κοινή του ονομασία στα ελληνικά και διεθνώς (π.χ. αγγλ. picric acid, γερμαν.
rdfs:label
  • Πικρικό οξύ
owl:sameAs
foaf:depiction
foaf:isPrimaryTopicOf
is owl:sameAs of
is foaf:primaryTopic of