Ο μουσικός όρος κολορατούρα προέρχεται από το λατινικό ρήμα colorare που σημαίνει χρωματίζω· από την ίδια ρίζα προέρχεται και το color, το φθογγόσημο αξίας ενός ογδόου στη λατινική ορολογία της μουσικής. Στην παγκόσμια μουσική ορολογία χρησιμοποιείται στη φωνητική μουσική και αναφέρεται στο περίτεχνο τραγούδι, ιδιαιτέρως στα πλαίσια της όπερας του 18ου και 19ου αιώνων.

PropertyValue
dbpedia-owl:abstract
  • Ο μουσικός όρος κολορατούρα προέρχεται από το λατινικό ρήμα colorare που σημαίνει χρωματίζω· από την ίδια ρίζα προέρχεται και το color, το φθογγόσημο αξίας ενός ογδόου στη λατινική ορολογία της μουσικής. Στην παγκόσμια μουσική ορολογία χρησιμοποιείται στη φωνητική μουσική και αναφέρεται στο περίτεχνο τραγούδι, ιδιαιτέρως στα πλαίσια της όπερας του 18ου και 19ου αιώνων. Με τον όρο κολορατούρα αναφερόμαστε συνηθέστερα σε γρήγορες κλιμακες, τρίλιες και παρόμοια δεξιοτεχνικά περάσματα, που απαντώνται τόσο στην όπερα, όσο και στο ορατόριο, ληντ κλπ. Η λέξη κολορατούρα συχνά αποτελεί και επιθετικό προσδιορισμό ενός τύπου φωνής (π.χ. σοπράνο κολορατούρα), όπου ο εκτελεστής καλείται να εκτελέσει ως επί το πλείστο δεξιοτεχνικά περάσματα. Θεωρητικά, μπορούμε να αναφερθούμε σε "τενόρο κολορατούρα", "κοντράλτο κολορατούρα" κλπ, ωστόσο συνήθως αναφερόμαστε στη σοπράνο. Ειδικά για τη φωνή της σοπράνο (υψίφωνος), εκτός της ιδιότητας να εκτελεί δεξιοτεχνικά περάσματα, έχει και την ιδιότητα να εκτείνεται περίπου μια οκτάβα πάνω από τη συνήθη έκταση μιας κανονικής υψιφώνου (τυπικά, ντο 4 - φα 6). Επιπλέον, μια σοπράνο κολορατούρα διακρίνεται στην ελαφριά (ή λυρική) και τη δραματική κολορατούρα, αναλόγως τον οπερατικό ρόλο που καλείται να ερμηνεύσει. Ένας ρόλος δραματικής κολορατούρας είναι και η Βασίλισσα της Νύχτας (Königin der Nacht) στην όπερα Μαγικός Αυλός του Μότσαρτ. Ένας ακόμη τύπος σοπράνο κολορατούρα αποτελεί και η σοπράνο sfogato (ή και σοπράνο assoluta), της οποίας η έκταση υπερβαίνει το φα 6.Η κολορατούρα σαν τεχνική απαντάται σε πολλά έργα του κλασικού ρεπερτορίου, κυρίως δε σε όπερες και άλλα φωνητικά έργα του Βιβάλντι, Χαίντελ, Μότσαρτ, Ροσσίνι και Ντονιτσέτι.
dbpedia-owl:thumbnail
dbpedia-owl:wikiPageID
  • 221226 (xsd:integer)
dbpedia-owl:wikiPageRevisionID
  • 4054041 (xsd:integer)
dcterms:subject
rdfs:comment
  • Ο μουσικός όρος κολορατούρα προέρχεται από το λατινικό ρήμα colorare που σημαίνει χρωματίζω· από την ίδια ρίζα προέρχεται και το color, το φθογγόσημο αξίας ενός ογδόου στη λατινική ορολογία της μουσικής. Στην παγκόσμια μουσική ορολογία χρησιμοποιείται στη φωνητική μουσική και αναφέρεται στο περίτεχνο τραγούδι, ιδιαιτέρως στα πλαίσια της όπερας του 18ου και 19ου αιώνων.
rdfs:label
  • Κολορατούρα
owl:sameAs
foaf:depiction
foaf:isPrimaryTopicOf
is owl:sameAs of
is foaf:primaryTopic of