Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά τόσο η άγρα όσο και η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.). Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό αλιεύς<άλιος"θαλάσσιος"<αλς(η)"θάλασσα".

PropertyValue
dbpedia-owl:abstract
  • Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά τόσο η άγρα όσο και η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.). Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό αλιεύς<άλιος"θαλάσσιος"<αλς(η)"θάλασσα". Στην ελληνική γραμματεία, καθαρεύουσα, όλες οι λέξεις αυτές και παράγωγά τους φέρονται δασύτονες.
dbpedia-owl:thumbnail
dbpedia-owl:wikiPageID
  • 41402 (xsd:integer)
dbpedia-owl:wikiPageRevisionID
  • 5219671 (xsd:integer)
dcterms:subject
rdfs:comment
  • Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά τόσο η άγρα όσο και η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.). Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό αλιεύς<άλιος"θαλάσσιος"<αλς(η)"θάλασσα".
rdfs:label
  • Αλιεία
owl:sameAs
foaf:depiction
foaf:isPrimaryTopicOf
is dbpedia-owl:wikiPageRedirects of
is owl:sameAs of
is foaf:primaryTopic of